σεντούκι

το / σεντούκιν, ΝΜ
κιβώτιο για φύλαξη ενδυμάτων, ιδίως ασπρόρουχων, αλλ. μπαούλο, κασέλα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < τουρκ. sanduk < sandic].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σεντούκι — το ιού (λ. τουρκ.), μπαούλο: Έβγαλε από το σεντούκι μια καινούρια φορεσιά …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • σεντούκι — [сэндуки] ουσ. о. сундук, ящик …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • σεντουκιά — η, Ν [σεντούκι] το σύνολο τών ρούχων, ιδίως ασπρόρουχων, που φυλάσσονται σε ένα σεντούκι («πο χε σωρούς χρυσάφι και χάλκωμα και σεντουκιές φορέματα και ρούχα», Εφταλ.) …   Dictionary of Greek

  • φορτσέρι — το, Ν (ιδιωμ. τ.) σεντούκι, μπαούλο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. forziere «σεντούκι»] …   Dictionary of Greek

  • Σποράδες — Έτσι ονομάζονταν στην αρχαιότητα τα κατασπαρμένα νησιά του Αιγαίου, του Κρητικού και του Καρπάθιου πελάγους, σε αντίθεση προς το νησιωτικό κύκλο, που περιέκλειε τη Δήλο. Στα νεώτερα χρόνια είχε επικρατήσει να ονομάζονται Ανατολικές Σ. τα κατά… …   Dictionary of Greek

  • δόμος — και ντόμος, ο (AM δόμος) οριζόντια σειρά λίθων ή πλίνθων σε οικοδομή νεοελλ. 1. θόλος τών καθολικών εκκλησιών 2. ναός καθολικών 3. δερμάτινα λουριά που τοποθετούνται κάτω από το υπόδημα για να διευκολύνουν το βάδισμα στα δύσβατα μέρη αρχ. μσν. 1 …   Dictionary of Greek

  • κασέλα — η (Μ κασέλα) κιβώτιο επίμηκες και βαθύ όπου φυλάγονται κυρίως τα είδη ρουχισμού, σεντούκι, μπαούλο νεοελλ. (στα ελαιοτριβεία) δοχείο μέσα στο οποίο χύνεται από το πιεστήριο το λάδι ανάμικτο με νερό. [ΕΤΥΜΟΛ. > ιταλ. cass ela (υποκορ. τού… …   Dictionary of Greek

  • κιβωτός — I Ορεινός οικισμός (υψόμ. 680 μ., 708 κάτ.) του νομού Γρεβενών. Βρίσκεται στο βόρειο τμήμα του νομού, στα όρια με τον νομό Κοζάνης, 21 χλμ. Β της πόλης των Γρεβενών. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Ηρακλεωτών. II Ακατοίκητη νησίδα στον Αργοσαρωνικό …   Dictionary of Greek

  • μπαούλο — το 1. ξύλινο ή μεταλλικό κιβώτιο που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη κυρίως ενδυμάτων αλλά και, γενικά, οικιακών σκευών, σεντούκι, κασέλα 2. μτφ. (για πρόσωπα) α) υπερβολικά παχύς («από το πολύ φαΐ έγινε μπαούλο») β) ανόητος άνθρωπος, κούτσουρο… …   Dictionary of Greek

  • σεπέτι — το, Ν 1. κατασκεύασμα από πλεγμένα κλαριά που χρησιμοποιείται για την τοποθέτηση και μεταφορά διαφόρων πραγμάτων 2. σεντούκι. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για λ. τουρκικής προέλευσης] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.